διαβάζω

διαβάζω
1. μετ.
1) читать;

δεν ξέρω να διαβάζω — я не умею читать;

τα γράμματα του δεν τα διαβάζω — не могу разобрать его почерк;

διαβάζω στα μάτια σου πώς... — вижу по глазам, что...;

2) учить читать;
3) подговаривать, подучивать; 4) читать молитву (о священнике); 5) делать выговор, отчитывать; τον διάβασα καλά я его отчитал как следует;

του διαβάζω τον εξάψαλμο — читать кому-л. нотацию;

6) угадывать, разгадывать;

§ πού να σε διαβάσει ο παπάς! — чтоб тебе пусто было!;

τρελλός παπάς σε διάβασε дурак ты набитый;
2. αμετ. заниматься, учиться; учить уроки

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "διαβάζω" в других словарях:

  • διαβάζω — διαβάζω, διάβασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαβάζω — (Μ διαβάζω) Ι. 1. αναγνωρίζω γραπτά σύμβολα 2. (για ιερείς) απαγγέλλω λειτουργικό κείμενο νεοελλ. 1. κάνω ανάγνωση ενός κειμένου είτε νοερά είτε με απαγγελία 2. μελετώ 3. διδάσκω σε κάποιον ανάγνωση 4. προγυμνάζω μαθητή 5. συμβουλεύω, νουθετώ 6.… …   Dictionary of Greek

  • διαβάζω — διάβασα, διαβάστηκα, διαβασμένος 1. γνωρίζω ανάγνωση: Έμαθε να διαβάζει στο δημοτικό. 2. μελετώ με προσεχτική ανάγνωση: Χρειάζεται πολύ διάβασμα, για να περάσει κανείς στο πανεπιστήμιο. 3. βοηθώ κάποιον να εμπεδώσει αυτό που διαβάζει, τον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξαναδιαβάζω — διαβάζω πάλι, διαβάζω κάτι για δεύτερη φορά, επαναλαμβάνω την ανάγνωση …   Dictionary of Greek

  • αποκρυπτογραφώ — διαβάζω και ερμηνεύω κρυπτογραφικό κείμενο …   Dictionary of Greek

  • συλλαβίζω — ΝΑ [συλλαβή] νεοελλ. 1. προφέρω ή διαβάζω χωρίζοντας τις λέξεις στις συλλαβές από τις οποίες συγκροτούνται 2. διαβάζω με δυσκολία, έχω δυσχέρεια στην ανάγνωση, μόλις που γνωρίζω ανάγνωση αρχ. ενώνω τα γράμματα σε συλλαβές, προφέρω ή διαβάζω μαζί …   Dictionary of Greek

  • Neugriechische Orthographie — Die Orthographie des Neugriechischen folgt einer historischen Rechtschreibung, die mit dem seit 403 v. Chr. nahezu unveränderten griechischen Alphabet notiert wird. Sie hat bestimmte Verschriftlichungen altgriechischer Laute und Lautkombinationen …   Deutsch Wikipedia

  • απαγγέλλω — (Α ἀπαγγέλλω κ. ιων. ἀπαγγελέω) νεοελλ. 1. διαβάζω ή εκφωνώ με έντεχνο ύφος ποίημα 2. (κυρίως σε δικαστήριο) διαβάζω, εκφωνώ («απάγγειλε την κατηγορία») αρχ. (για αγγελιαφόρο) 1. μεταφέρω ειδήσεις ή μηνύματα, αναγγέλλω, γνωστοποιώ 2. φρ. «πάλιν… …   Dictionary of Greek

  • απομέσα — (τοπ. επίρρ.) 1. από μέσα, από το εσωτερικό 2. στο εσωτερικό, στη μέσα επιφάνεια 3. διαμέσου, μέσα από 4. φρ. «μιλώ ή διαβάζω απομέσα μου» μιλώ ή διαβάζω χαμηλόφωνα ή χωρίς να μιλώ καθόλου …   Dictionary of Greek

  • επαναγιγνώσκω — ἐπαναγιγνώσκω (AM) 1. διαβάζω μεγαλόφωνα («ἐπανάγνωθι τουτουὶ τοῡ νόμου τὸ τελευταῑον», Λυσ.) 2. διαβάζω από την αρχή ώς το τέλος …   Dictionary of Greek

  • προαναγι(γ)νώσκω — Α [ἀναγι(γ)νώσκω] 1. διαβάζω προηγουμένως 2. (ιδίως για δάσκαλο) διαβάζω μεγαλοφώνως μπροστά σε ακροατήριο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»